Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Note to self

Μη διανοηθείς ποτέ σου να αφεθείς, να ακουμπήσεις κάπου το σώμα σου και να πεις "εδώ είμαστε" ή "επιτέλους, ανάσα" ή οτιδήποτε παρόμοιο. Είναι το παρασύνθημα που περιμένει το σύμπαν για να σημάνει γενικό συναγερμό σε θεούς, δαίμονες, ξωτικά, καλικάντζαρους, πνεύματα κι αερικά, να οργανώσουν σχέδιο δράσης ώστε να σου κάνουν το βίο αβίωτο.

Απλά μη στέκεσαι ποτέ. Μην επαναπαυθείς. Μην κάθεσαι ποτέ να ξαποστάσεις. Έναν κινούμενο στόχο είναι πιο δύσκολο να τον πετύχει κανείς.

Μην κάνεις το λάθος να πιστέψεις ότι όποιος κάνει κίνηση για να σε βοηθήσει, το κάνει πάντα για 'σένα. Στην ουσία ανοίγει ένα λογαριασμό με "πρέπει" και "δεν πρέπει". Τη στιγμή που δέχεσαι τη βοήθειά του έχεις δώσει το "οk" για να ξεκινήσει ένα παιχνίδι χρέους και υποχρέωσης. Και να σου πω και το καλύτερο; Δεν ξεχρεώνεις ποτέ. Ό,τι και να κάνεις, όσο κι αν αυτό κρατήσει. Σε οποιαδήποτε σύγκρουση, μικρή ή μεγάλη, θα ταλαντεύεται από πάνω σαν εκκρεμές του τρόμου, αυτό το τότε "χέρι βοηθείας" για να σου υπενθυμίζει πως "δεν πρέπει" να ξεφύγεις από τα όρια και πως "πρέπει" να υποχωρήσεις... Γιατί χρωστάς. Πάντα θα το χρωστάς...

Απλά κάνε μόνο αυτά που μπορείς να κάνεις μόνος σου. Αν οι δικές σου δυνάμεις-δυνατότητες δεν αρκούν, ή προσπάθησε περισσότερο (έτσι οι πιθανότητες να κερδίσεις είναι 50-50) ή παράτα τα (δε σπαταλάς χρόνο και ενέργεια άδικα).  Αλλιώς θα έρχεσαι πάντα δεύτερος σ'ένα παιχνίδι δύναμης. 

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

έμεινε ακόμα μία


Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, έχει την αίσθηση ότι μάλλον έχει περάσει η ώρα και με τα μάτια ακόμα κλειστά ψηλαφίζει γύρω από το μαξιλάρι να βρει εκείνο τον προδότη που είχε καθήκον να την ξυπνήσει 3-4 ώρες νωρίτερα.
Σηκώθηκε.
Σκόνταψε πάνω σε κάτι τύψεις και κάτι δικαιολογίες. Ξεστόμισε ένα κατεβατό βρισιές και έφτασε κουτσαίνοντας μέχρι το μπάνιο. Άνοιξε να τρέξει καυτό νερό στο νιπτήρα και παρατηρούσε το είδωλό της στον καθρέφτη όσο το αλλοίωναν οι υδρατμοί. Κι όταν πια θόλωσε, έκλεισε το νερό έχοντας ακόμα τα μάτια της καρφωμένα στη φιγούρα στον καθρέφτη. «Θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη» σκέφτηκε. Θα ήταν πολύ βολικό κάποιες φορές να ήταν κάποια άλλη. Μια προσωπικότητα κι ένα παρελθόν, διαφορετικά κάθε φορά, ανάλογα με την περίσταση.
Έκανε καφέ και πίνοντάς τον τα έβαλε με όλους και με όλα. Μοίρασε μερίδια ευθύνης από ‘δώ κι από ‘κεί για να παραμυθιάσει το κεφάλι της το μουδιασμένο. Δεν τολμούσε να τα βάλει με τον πραγματικό φταίχτη.
Όχι ότι δεν είχε προσπαθήσει πιο παλιά.

Ακριβώς ένα χρόνο πριν.
Τον έστησε απέναντι και του επιτέθηκε με όση λύσσα είχε μαζέψει μέσα της. Μετά βίας του κατάφερε κάτι γρατσουνιές.
Όλο το υπόλοιπο βράδυ εκείνο το είχε περάσει γλύφοντας τις πληγές της.
Γύρισε σπίτι, έβγαλε τα ματωμένα ρούχα, αλλά αντί να τα πλύνει ή να τα πετάξει, τα έβαλε σε ενα κουτί από παπούτσια και ύστερα έβαλε το κουτί όμορφα κι ωραία σε μια γωνιά μέσα στη ντουλάπα. Αποφάσισε να μην πει τίποτα σε κανέναν.

Πέρασε ένας χρόνος.


Ετοίμαζε πυρετωδώς βαλίτσες για να γυρίσει στην ξενιτιά της. Και τότε είδε πάλι μπροστά της το κουτί. Και θυμήθηκε. Αυτός ο πόλεμος δεν τελείωσε. Έμεινε μια μάχη ακόμα.